Μετάφραση- translation this blog

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Μαρτυρίες από τα κολαστήρια της Χούντας

Οι άνθρωποι που βασανίστηκαν άγρια αλλά δεν λύγισαν αποκαλύπτουν το φρικτό πρόσωπο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, 50 χρόνια μετά

Εισαγωγή

Καθώς συμπληρώνεται μισός αιώνας από την επιβολή της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967, η
επταετία της Χούντας εξακολουθεί να αποτελεί ένα ατελές κεφάλαιο στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Μύθοι, αλήθειες, ντοκουμέντα που χάθηκαν αμελώς ή καταστράφηκαν επιμελώς, υποκειμενικές ερμηνείες και αφηγήσεις, περιπλέκονται σε ένα κουβάρι - πρόκληση για όποιον επιθυμεί να το ξετυλίξει. 
Από ποια άκρη του νήματος να πιαστείς πενήντα χρόνια μετά; Όταν με αιτία ή αφορμή την κρίση η πίστη στη Δημοκρατία κλονίζεται; Όταν οι υμνητές των δικτατόρων που δια της βίας τότε την κατέλυσαν, σήμερα επανέρχονται στο προσκήνιο; Όταν πολλοί από εκείνους που τότε αντιστάθηκαν (ή διατείνονται ότι αντιστάθηκαν) σήμερα μοιάζουν μικροί και αναξιόπιστοι στο πλαίσιο ενός απαξιωμένου πολιτικού συστήματος; 
Το παρόν κείμενο επιχειρεί να ξετυλίξει ένα κομμάτι του νήματος, ακολουθώντας τα ίχνη ανθρώπων που αντιστάθηκαν στη Χούντα υπεράνω πολιτικών πεποιθήσεων, χωρίς να επιχειρήσουν κατόπιν να εξαργυρώσουν αυτόν τον αγώνα με τα χρώματα κάποιας κομματικής “φανέλας”. 
“Ευυπόληπτοι πολίτες υπεράνω πάσης υποψίας” και “στρατιωτικοί με περγαμηνές”, μοιράστηκαν τα ίδια ιδανικά, συνδέθηκαν με βαθιά φιλία και οργανώθηκαν κατά του καθεστώτος για να αντιμετωπίσουν και να ξεγυμνώσουν εν τέλει το φρικτό του πρόσωπο. Το πρόσωπο των βασανιστών στα κολαστήρια της Ασφάλειας και του ΕΑΤ - ΕΣΑ, του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας.  

Στέφανος Παντελάκης

Ένας παιδίατρος της “υψηλής κοινωνίας” στα χέρια των βασανιστών

“Την ημέρα της σύλληψης ήμουν στη δουλειά, στο νοσοκομείο Παίδων. Ήρθαν και με ζητήσανε στα εργαστήρια. Τους λέω πρέπει να ενημερώσω τον διευθυντή μου, αφήνω το τμήμα μου, αφήνω άρρωστα παιδιά και πρέπει να ξέρει. Με άφησαν λοιπόν και πήγα στον διευθυντή μου τον Δοξιάδη και του είπα: Με συλλαμβάνουν, ειδοποίησε τη Ντόρα. Με πήραν και με πήγαν στην Ασφάλεια στον Περισσό. Ακολούθησαν βασανιστήρια”.  
Ήταν πρωί Σαββάτου, 22 Απριλίου 1972. Ο 43χρονος τότε παιδίατρος Στέφανος Παντελάκης είχε μόλις ολοκληρώσει ένα μάθημα σε φοιτητές όταν του ζήτησαν να μεταβεί στην Ασφάλεια για ένα “επείγον θέμα”. Η πρώτη επείγουσα σκέψη που έκανε ήταν να ειδοποιηθεί η σύζυγός του, Ντόρα, μητέρα των τριών παιδιών τους, του 18χρονου τότε Νίκου, της 16χρονης Αριέττας και του 10χρονου Αλέξανδρου. Σε λίγη ώρα, ούτε η σκέψη της οικογενειακής θαλπωρής στο σπίτι τους στη Φιλοθέη δεν θα μπορούσε να τον ανακουφίσει από τον πόνο των βασανιστηρίων. 
“Ρε πούστη γιατρέ, εδώ θα γνωρίσεις και το ξύλο και το γαμίσι”.  
Αυτό του είπε ο ταγματάρχης Κλωνάρης όταν τον υποδέχτηκε στην Ασφάλεια Προαστείων μαζί με τον μοίραρχο Κωνσταντόπουλο και τον αντισυνταγματάρχη Φαβατά. “Και μην νομίζεις ότι μας πειράζει ότι θα βγεις στη δίκη και θα πεις ότι σε βασανίσαμε. Καρφί δεν μας καίγεται ούτε για τα συμβούλια της Ευρώπης, ούτε για τα ανθρώπινα δικαιώματα”.  
Πίσω από τις κλειστές πόρτες της Ασφάλειας και της ΕΣΑ, οι αξιωματικοί της Χούντας έλεγαν απερίφραστα όσα αρνούντο δημοσίως, φερόμενοι ως εκφραστές ενός φιλάνθρωπου κράτους που δεν βασανίζει, σεβόμενο τις διεθνείς συμβάσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κεκλεισμένων των θυρών, οι χειρότερες απειλές τους γινόντουσαν πράξη. Εν προκειμένω, έγιναν πράξη στον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου στον Περισσό, μέσα σε μια αίθουσα διαλέξεων, διαμορφωμένη σε σωστό κολαστήριο.“Στο βάθος της αίθουσας υπήρχε ένας ξύλινος μπάγκος” περιγράφει ο Παντελάκης. “Με είχαν παραδώσει στους βασανιστές”.  
Κατά την ανάκριση, ο Στέφανος Παντελάκης παραδέχθηκε τη συμμετοχή του σε αντιδικτατορική οργάνωση, αλλά βασανίστηκε αρνούμενος να αναφέρει ονόματα συνεργών. Ούτε στιγμή δεν του πέρασε από το μυαλό να σπάσει, μας είπε όταν τον συναντήσαμε μαζί με την οικογένεια του, λίγες μέρες πριν την πεντηκοστή επέτειο από την επιβολή της Δικτατορίας. Και αυτή ήταν η πρώτη φορά μέσα σε πέντε δεκαετίες που ο διδάκτωρ του πανεπιστημίου της Γενεύης, ο διακεκριμένος γιατρός, ο “παιδίατρος της υψηλής κοινωνίας” -όπως τον αποκαλούσαν- που εμφανιζόταν τότε στην ΥΕΝΕΔ για ιατρικά θέματα, ο κάτοχος μετέπειτα μιας σειράς διευθυντικών θέσεων σε νοσοκομεία και φορείς Υγείας και Πρόνοιας, μίλησε για την αντιδικτατορική του δράση.
“Γιατί δεν μιλήσατε όλα αυτά τα χρόνια;” Τον ρωτήσαμε. “Να πω τι;” διερωτήθηκε. “Μίλησε στη δίκη και είπε αυτά που έπρεπε. Tα βασανιστήρια καταγράφηκαν. Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε κάτι να εξαγοράσει ούτε να εξαργυρώσει” πρόσθεσε η κόρη του Αριέττα.
“Χρέος μου ήταν αυτό το σημείωμα”.
Ο κύριος Παντελάκης αναφέρεται σε ένα ασημόχαρτο από αυτά που βρίσκει κανείς μέσα στα πακέτα των τσιγάρων, πάνω στο οποίο κατέγραψε τα βασανιστήρια που υπέστη, όταν πλέον είχε μεταφερθεί στις φυλακές Κορυδαλλού. Ένα ντοκουμέντο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κατάθεσή του στο Στρατοδικείο, ένα ντοκουμέντο ιστορικής μνήμης, το οποίο δημοσιεύει σήμερα το News247:
“Ενώ με έβριζαν με τις χυδαιότερες εκφράσεις και με κορόιδευαν μου έβγαλαν το σακάκι, με ξάπλωσαν ανάσκελα στο μπάγκο, μου κατέβασαν παντελόνι και σώβρακο, με έδεσαν σφιχτά πόδια χέρια σώμα με ένα σφικτό σχοινί και μου έβαλαν μια πετσέτα στο στόμα για να μην βλέπω. Τώρα όλοι γελούσαν, έλεγαν πώς είμαι πούστης ξεφτιλισμένος και ξεκολιάρης. [...] Μου είπανε ότι είχα άλλα 5 λεπτά για να μιλήσω πριν αρχίσει η περιποίηση. Και επειδή δεν μιλούσα άρχισα ξαφνικά να αισθάνομαι ένα αιχμηρό αντικείμενο να γδέρνει το κάτω μέρος της κοιλιάς. Και σε λίγο με ένα παράγγελμα που έδωσε κάποιος μπήκε το μηχάνημα μπρος και άρχισαν να αισθάνομαι κάτι τρομακτικούς πόνους. Νόμιζα ότι μου ξέσχισαν το κρέας, τιναζόμουν ολόκληρος. Αυτό όλο και γινόταν πιο δυνατό, το πήγαιναν σε όλο το υπογάστριο και τα γεννητικά όργανα. Ούρλιαζα από τους πόνους. Νόμιζα ότι μου έκοβαν τα γεννητικά μου όργανα”.  
“Επειδή φώναζα μου δίνανε κτύπους στο κεφάλι και προσπαθούσαν να μου κρατήσουν το στόμα μου κλειστό εγώ όμως εσπαρταρούσα με τέτοια δύναμη που το αριστερό μου χέρι λύθηκε από το σχοινί και προσπαθούσα να αμυνθώ. Τότε το έπιασαν και με μοχλό την πλάτη του πάγκου το πίεζαν λυσσασμένοι, νόμιζα ότι θα το σπάσουν, παρ’ όλα αυτά το χειρότερο ήταν κάθε φορά που το αιχμηρό αντικείμενο περιφερόταν στην κοιλιά μου”.

© Αρχείο οικογένειας Παντελάκη

Αντίστασις, Απελευθέρωσις, Ανεξαρτησία

Επί δύο εβδομάδες η Ντόρα Παντελάκη δεν γνώριζε με βεβαιότητα πού ακριβώς βρίσκεται ο άνδρας της. “Εκεί είχα τη μεγαλύτερη αγωνία. Ήθελα να ξέρω γιατί είχαμε και τα προηγούμενα με τον Μανδηλαρά” (σ.σ. Έλληνας νομικός, δημοσιογράφος και εκδότης, γνωστός ως δικηγόρος υπεράσπισης στη δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Σκοτώθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει από την Ελλάδα, όπου κινδύνευε να συλληφθεί από το καθεστώς της Χούντας). 
“Ήθελα να ξέρουν ότι ξέρω ότι υπάρχει”.
Προκειμένου λοιπόν να μάθει, η κυρία Παντελάκη, εγγονή του τέως πρωθυπουργού Αλέξανδρου Διομήδη, αξιοποίησε όλες της τις γνωριμίες, ακόμα και από την άλλη πλευρά. “Πήγα και βρήκα ένα φίλο, ο οποίος όμως ήταν από την αντίθετη πλευρά, ήταν χουντικός, και μου αποκάλυψε ότι ο Στέφανος βρίσκεται στην Ασφάλεια Προαστείων. Όταν όμως πήγα να δω τον άνδρα μου, ορκίστηκαν στα παιδιά τους ότι δεν ήταν εκεί. Τους λέω ‘ξέρω ότι είναι εδώ από άνθρωπο δικό σας’. Μετά το μάθαμε πια επισήμως από την ανακοίνωση της Αστυνομίας”.
Η ανακοίνωση της Αστυνομίας δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες στις 4 Μαΐου 1972: “19 βόμβας είχον τοποθετήσει 3 συλληφθέντα μέλη οργανώσεως” διαβάζουμε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “Ακρόπολις” που εστιάζει στον αριθμό των εκρηκτικών μηχανισμών, ενώ το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “Τα Νέα” εστιάζει στις ιδιότητες των συλληφθέντων: “Συνελήφθησαν για τοποθέτηση βομβών, γιατρός, αντισμήναρχος και αρχιτέκτων [...] Ούτοι εμφανίζοντο ως οργάνωσις υπό την επωνυμίαν ‘ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ – ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΙΣ – ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ‘ (ΑΑΑ) και δια τηλεφωνημάτων προς τους εν Αθήναις ανταποκριτές των πρακτορείων του ξένου Τύπου, αναλάμβαναν υπέρ της οργανώσεώς των την ευθύνην των σημειούμενων εκρήξεων”
Οι αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, τοποθετήθηκαν μέσα σε διάστημα 14 μηνών, από τον Φεβρουάριο του 1971, συνήθως σε “σταθμεύοντα αμερικάνικα αυτοκίνητα”, “εις τα γραφεία της Αρχιεπισκοπής”, “πλησίον της Γαλλικής Πρεσβείας κατά την επίσκεψιν του Γάλλου υφυπουργού των εξωτερικών” και αλλού.
© Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Ο Παντελάκης είχε συλληφθεί μαζί με τον ξάδερφό του Αλέκο Ζάννο και τον ιδρυτή της οργάνωσης, αντισμήναρχο εν αποστρατεία, Τάσο Μήνη. Ευθύνη για την κατασκευή των βομβών ανέλαβε ο Μήνης, ενώ η τοποθέτησή τους γινόταν από κοινού με τον Παντελάκη. Ο Ζάννος ήταν αυτός που γνώρισε τους άλλους δύο γύρω στα τέλη του 1970. Δεν είχε όμως καμία συμμετοχή στη δραστηριότητα με τις βόμβες και αφέθηκε ελεύθερος ελλείψει στοιχείων. 
“Δεν ήταν φίλοι από πριν, τους ένωσε η επιθυμία να κάνουν κάτι εναντίον της Χούντας. Ήθελαν να γίνει ντόρος, να εμπεδωθεί στο εξωτερικό ότι κάποιοι αντιδρούν και αντιστέκονται με αυτόν τον τρόπο. Γι΄αυτό χτυπούσαν διεθνείς στόχους. Ήταν μια ευαισθητοποίηση προς τα έξω, ότι ‘προσέξτε εδώ κάτι γίνεται’. Και βέβαια οι εκρηκτικοί μηχανισμοί ήταν μικρής ισχύος, προσεκτικά τοποθετημένοι ούτως ώστε να μην είναι δυνατόν να προκαλέσουν θύματα” εξηγούν τα παιδιά του Στέφανου Παντελάκη. 
“Ο Στέφανος είναι ένας υπέροχος ευφυέστατος άνθρωπος και κορυφαίος παιδίατρος” μας λέει από πλευράς της η Σοφία Μήνη, χήρα του Τάσου Μήνη, για τον φίλο και συνεργάτη του άνδρα της. “Πώς αυτός ο άνθρωπος, με αυτήν την καριέρα, με αυτόν τον κύκλο σε Ελλάδα και εξωτερικό, δέχθηκε να μπλεχτεί σε μια τέτοια υπόθεση;” διερωτάται ο γιος της Πάνος. “Είναι δυνατόν να τα ρισκάρει όλα και να βάζει βόμβες; Πώς τον έπεισε ο πατέρας μου;”
“Ο Τάσος δεν ρίσκαρε να ανοίξει τα χαρτιά του σε όποιον κι όποιον” προσθέτει η κυρία Μήνη. “Ήταν στρατιωτικός από 18 χρονών, ήξερε από συνωμοσία πέρα για πέρα. Κατάλαβε ότι ο Στέφανος είναι άνθρωπος έτοιμος. Και έγιναν αχώριστοι”.
Από τις 22 Απριλίου έως τις 13 Μαΐου που έμειναν οι δυο τους ανακρινόμενοι στην Ασφάλεια Προαστείων, μόνο ο Παντελάκης βασανίστηκε, τον Μήνη δεν τόλμησαν να τον αγγίξουν, ο Μήνης ήταν διαφορετική περίπτωση. 
© Αρχείο οικογένειας Μήνη
Γεννημένος στην Καλαμάτα το 1919, μπήκε το 1940 στη Σχολή Ικάρων. Πολέμησε στη Μέση Ανατολή και τραυματίστηκε για πρώτη φορά στη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Έπεσε με αλεξίπτωτο στην κατεχόμενη από τις δυνάμεις του Άξονα Ελλάδα με πολεμική αποστολή. Τραυματίστηκε άλλες τρεις φορές πέφτοντας με το αεροπλάνο του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Το 1952 τέθηκε σε πολεμική διαθεσιμότητα με το βαθμό του σμηναγού λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στη σπονδυλική στήλη. Για τη δράση του τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείν ανδρείας και το βρετανικό παράσημο B.E.N.
“Οι Χουντικοί είχαν θορυβηθεί με τον πατέρα μου, διότι ήταν παρασημοφορεμένος από τους Βρετανούς, o μοναδικός Έλληνας αξιωματικός της αεροπορίας που είχε λάβει το συγκεκριμένο παράσημο για κατασκοπεία και σαμποτάζ” μας λέει ο Πάνος Μήνης έχοντας μελετήσει εξονυχιστικά τον φάκελο της Ασφάλειας για τον πατέρα του. “Πήρε τηλέφωνο ο ίδιος ο Παπαδόπουλος τον πρέσβη της Αγγλίας”.
“Έγινε ολόκληρη ιστορία προκειμένου να μην εκτεθεί η Ελλάδα ότι συλλαμβάνει και βασανίζει έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά ήταν στη συμμαχική αποστολή”.
Ο “φάκελος” ωστόσο έγραφε και άλλα πράγματα που εξόργιζαν τους Συνταγματάρχες. Στην περίφημη Δίκη των Αεροπόρων το 1953, ο Τάσος Μήνης ήταν ο μοναδικός που εμφανίστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης μιας ομάδας αξιωματικών που κατηγορήθηκαν ως κομμουνιστές “από μια κλίκα παρακρατικών, πρακτόρων και σκευωρών στην Πολεμική Αεροπορία”. Από το 1963, ο Τάσος Μήνης συμμετείχε δυναμικά στους αγώνες κατά του αστυνομικού κράτους και της βασιλικής αυθαιρεσίες μέσα από το προοδευτικό τμήμα της τότε Ένωσης Κέντρου. Ήταν ένας “δικός τους που τους εξαπάτησε”. Ένας “κρυφοκομμουνιστής” που μετά την επιβολή της δικτατορίας έκανε ταξίδια στο εξωτερικό. Με ποιους είχε έρθει σε επαφή σχεδιάζοντας την αντιδικτατορική του δράση και πόσα ακόμα μέλη είχε η περίφημη ΑΑΑ;  
Στις 13 Μαΐου 1972, Μήνης και Παντελάκης μεταφέρονται από την Ασφάλεια Προαστείων στον Κορυδαλλό, όπου προφυλακίζονται εν αναμονή του Στρατοδικείου. Ένα μήνα μετά όμως, στις 15 Ιουνίου, ο Τάσος Μήνης μεταφέρεται αυθαίρετα στο ΕΑΤ- ΕΣΑ για συνέχιση της ανάκρισης, κατά παράβαση οποιουδήποτε κώδικα δικονομίας, ακόμα και αυτών της Χούντας...

111 μέρες στην ΕΣΑ

Ημερολόγιο βασανιστηρίων του Τάσου Μήνη

“Στις 8.15 φτάνω με την κλούβα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Με οδηγούν σε ένα γραφείο που γράφει ’Ταγματάρχης Χατζηζήσης Νικ.’ Σε λίγο έρχεται ένας βλογιοκομμένος με πολιτικά, μου συστήνεται: Θεοφιλογιαννάκος, διοικητής της μονάδος”.
“Ακούστε κ. Μήνη, σας εμελέτησα πριν σας φωνάξουν, από τότε που γεννηθήκατε. Γνωρίζω τα πάντα για σας, γνωρίζω όλες τις ασχολίες σας κι όλες σας τις παρέες. [...] Λοιπόν, για πόσο καιρό ακόμα νομίζετε ότι θα μείνει η Επανάστασις;
- Δεν έχω στοιχεία και δεν μπορώ να κάνω το μάντη.
- Ε, σας γνωρίζω ότι θα μείνει εκατό χρόνια και θα έπρεπε να έχει γίνει πριν δεκα-πέντε χρόνια. Γι’ αυτό εδώ θα μας τα πείτε όλα σχετικά με την οργάνωσή σας.
- Ό,τι είχα να πω, τα είπα στην Ασφάλεια Προαστείων.
- Καλά αυτοί δεν ξέρουν από οργανώσεις, χωροφύλακες είναι. Από οργανώσεις μόνο εμείς ξέρουμε. Λοιπόν, θα μείνετε εδώ, θα πάτε στο κελί σας και θα μας γράψετε ό,τι ξέρετε. Σας θυμίζει τίποτα το όνομα Οδυσσεάς;
- Τον ήρωα του Ομήρου”.

Το πρώην στρατόπεδο ΕΑΤ - ΕΣΑ σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης / © Αλέξανδρος Ιωαννίδης
Όπως διαβάζουμε στο ημερολόγιο που κράτησε ο Τάσος Μήνης για τις 111 Μέρες που κρατήθηκε στην ΕΣΑ, Οδυσσέας ήταν το ψευδώνυμό του και ήταν γνωστό μόνο σε μερικούς συνεργάτες του. Όπως επιβεβαιώνει σήμερα η οικογένειά του, η ΑΑΑ δεν ήταν μια υπόθεση μεταξύ του ιδίου και του Παντελάκη. Ο Τάσος Μήνης συγκρότησε την ΑΑΑ στα τέλη του 1968 μαζί με τον επιστήθιο φίλο του, τραγικό ταγματάρχη Σπύρο Μουστακλή, ο οποίος αργότερα θα έμενε ανάπηρος από τα χτυπήματα των βασανιστών μέσα στα ίδια κελιά του ΕΑΤ – ΕΣΑ. Στην οργάνωση συμμετείχαν ακόμα ο τότε ίλαρχος Μιχάλης Βαρδάνης, ο αείμνηστος ναύαρχος Γιάννης Μασουρίδης, ο τότε βουλευτής Γιάννης Αλευράς και πολύ αργότερα ο αγαπημένος του φίλος, παιδίατρος Στέφανος Παντελάκης. Το 1969, ο Μήνης είχε φτιάξει και 15 βόμβες για την οργάνωση “Δημοκρατική Άμυνα”, μία εκ των οποίων εξερράγη από λάθος χειρισμό στα χέρια του Σάκη Καράγιωργα. 
“Αν ένας άνθρωπος λεύτερος στενάζει στο κελί, σ’ οποιοδήποτε σημείο της γης, η ευθύνη πέφτει σε μας τους δειλούς και τους βολεμένους”, γράφει ο Γιάννης Μανιατέας, “Στη σφηκοφωλιά της επταετίας”.
O Μανιατέας ήταν ο μοναδικός δεσμοφύλακας που δεν άγγιξε τον Τάσο Μήνη. Στο βιβλίο του τον αποκαλεί “το αλύγιστο κυπαρίσσι”, ενώ ο Μήνης, για να μην τον προδώσει, στο ημερολόγιό του τον αποκαλεί “O Άλλος”.   
Κατά τις 111 μέρες που έμεινε στην ΕΣΑ, ο Τάσος Μήνης δεν αποκάλυψε τίποτε από τα παραπάνω. Στο διάστημα αυτό παρέμεινε σε απόλυτη απομόνωση χωρίς να του επιτραπεί οποιαδήποτε έξοδος από το κελί του και βασανίστηκε ανελέητα με αποκορύφωμα το στήσιμο σε απόλυτη ορθοστασία, δερνόμενος ταυτοχρόνα με γκλομπς κατά βάρδιες, επί 11 ημέρες. Από τις 2 έως τις 10 Ιουλίου και από τις 17 έως τις 21 Αυγούστου, οπότε και υπέστη τον πιο άγριο ξυλοδαρμό. Ο ίδιος γράφει στο ημερολόγιό του:
“Θυμάμαι ένα φίλο μου που, πριν δύο σχεδόν χρόνια, πέθανε στα χέρια μου βγάζοντας ένα μόνο Ωχ!!! Πόσο τον ζηλεύω!!! Χιλιάδες ωχ!!! Και αχ!!! Και βαχ!!! Έχω βγάλει και δεν τελειώνω. Συνέχεια μου επαναλαμβάνουν “θα γράψεις;” και η απάντησή μου είναι πάντα η ίδια: “δεν έχω τίποτα να γράψω”. Και πάλι τα ίδια. Μεσημεριάζει, βραδιάζει, νυχτώνει και εγώ πάντα εκεί”.
“Νομίζω ότι έχω φυτρώσει σαν δένδρο στον πράσινο κύκλο”.
Ο Θεοφιλογιαννάκος τον είχε προειδοποιήσει: “Από εδώ θα φύγεις ή φίλος ή σακάτης”. Ο ίδιος ο διευθυντής της ΕΣΑ, ο συνταγματάρχης Ιωαννίδης, τον είχε επισκεφθεί για να του ξεκαθαρίσει ότι “τον παράγοντα άνθρωπο τον βάζομεν σε 2η και 3η μοίρα”, αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που η “Επανάστασις” διένυε τότε τον έκτο χρόνο, ενώ στην αρχή δεν της έδιναν παρά έξι μήνες ζωής. “Αν τον παράγοντα άνθρωπο τον βάζαμε σε πρώτη μοίρα, θα είχαμε πέσει” του είπε. Όμως το “κυπαρίσσι” εξακολουθούσε να στέκει “αλύγιστο” στον “πράσινο κύκλο”... 
Αφού τα βασανιστήρια δεν απέδιδαν, η ΕΣΑ επιστράτευσε έναν φρουρό προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Μήνη και να αποδράσουν μαζί με την ελπίδα ότι θα τον οδηγήσει στους συντρόφους του στην ΑΑΑ. “Για ένα λεπτό κάποιος να μην σε βασάνιζε τον θεωρούσες ευεργέτη” συνήθιζε να λέει αργότερα ο Μήνης. Τον πίστεψε λοιπόν στην αρχή και τον έστειλε στο σπίτι του στο Χαλάνδρι να συναντήσει τη γυναίκα του και να της παραδώσει ένα σημείωμα. Σε αυτό το σημείωμα της έγραψε για πρώτη φορά ότι βασανίστηκε:
“Σοφουλάκι μου,
Τώρα που σου γράφω είμαι πάρα πολύ καλά. Εβασανίσθηκα, εβασανίσθηκα πολύ, πάρα πολύ. Αγάπη μου, μην ανησυχείς είμαι εντελώς καλά. Να προσπαθήσεις να εξυπηρετήσεις τον φέροντα το σημείωμα, είναι πολύ καλό παιδί.
Με απέραντη αγάπη και αξιοπρέπεια, Τάσος”.

Ο Τάσος Μήνης με τη σύζυγό του Σοφία / © Αρχείο οικογένειας Μήνη
Η κυρία Μήνη περιγράφει τα γεγονότα που ακολούθησαν ως εξής: “Ο Βλάσης ήρθε πρώτη φορά στο σπίτι μας στο Χαλάνδρι. Τη δεύτερη συνάντηση όμως την κάναμε στην πλατεία Κάνιγγος. Από πίσω μου ήταν και παρακολουθούσε ο Σπύρος ο Μουστακλής. Ο Σπύρος εξακολουθούσε να έρχεται στο σπίτι μας, απλά έβαζε το αυτοκίνητό του πιο μακριά για να μην δίνει στόχο. Ήξερε για τον Βλάση και με ακολούθησε χωρίς να το γνωρίζω. Συναντιέμαι λοιπόν με τον Βλάση, από πίσω ήταν η ΕΣΑ που παρακολουθούσε εμένα, από πίσω ο Σπύρος και πίσω από τον Σπύρο παρακολουθούσε η ΚΥΠ. Ο Βλάσης φορούσε ένα κασκετάκι όπου είχε κρύψει το μαγνητοφωνάκι του για να καταγράψει την όλη μας συζήτηση. Του είπα, ‘Βλάση αν όλο αυτό είναι παιχνίδι, αν κάτι προσπαθείς να δημιουργήσεις, όταν το μάθω θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια’. Αλλά είχε γίνει ήδη η ζημιά”.
“Με καλέσανε στην ΕΣΑ και με κρατήσανε εκεί όλη μέρα. ‘Τα ξέρουμε όλα’, ‘πήγες να εξαγοράσεις’ κλπ. Από πάνω να ακούγονται ποδοβολητά, μια αναστάτωση, να μου λένε ότι ο Τάσος δεν είναι εκεί, ότι θα τον σκοτώσουν. Κάποια στιγμή έβαλα τα κλάματα, ξέσπασα, ‘έχετε τον άνδρα μου εδώ και με βασανίζετε, έχω δυο μικρά παιδιά’. Φτερό στον άνεμο ήμουν εκείνη την ώρα. Γιατί ήξερα την όλη ιστορία. Tο δράμα μου ήταν ότι γνώριζα, γνώριζα τους πάντες και τα πάντα, είχα τοποθετήσει και δύο βόμβες στο Χίλτον”.  
“Δεν θα ξεχάσω ποτέ, ωστόσο, τα λόγια του δικηγόρου, συμβούλου και επιστήθιου φίλου μου, Γ.Β. Μαγκάκη” συνεχίζει η κυρία Μήνη. “Είχαμε πάει να τον επισκεφθούμε με τα παιδιά, όταν ο Τάσος είχε πλέον επιστρέψει στον Κορυδαλλό, και τους είπε”:
“Nα είστε περήφανοι για τους γονείς σας, γιατί ενώ όλες οι άλλες οργανώσεις ξηλώθηκαν σαν δαντέλα, η ΑΑΑ ήταν η μόνη που δεν ξηλώθηκε και έμεινε σφιχτή”.
Στις 4 Οκτωβρίου 1972, χωρίς να έχουν καταφέρει να αποσπάσουν ούτε μια λέξη από τον Τάσο Μήνη για τους συνεργάτες του και τις επαφές του στο εξωτερικό, αναγκάστηκαν να τον μεταφέρουν και πάλι στις φυλακές Κορυδαλλού. Γράφει ο ίδιος στο ημερολόγιό του:
“Τελείωσε η έρευνα. Μου ανοίγουν την εξωτερική πόρτα της φυλακής. Επί τέλους ελεύθερος, μπαίνω στο χώρο της Ελευθερίας. Από μέσα με περιμένουν οι φίλοι μου. Φιλιά, δάκρυα χαράς, μεγάλη στιγμή. Επί τέλους, βλέπω ανθρώπους”.
Από δεξιά, Τάσος Μήνης, Στέφανος Παντελάκης και Σάκης Καράγιωργας στις φυλακές Κορυδαλλού. Η κόρη του Παντελάκη, Αριέττα, κατάφερε να περάσει κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου στον μπαμπά της μια φωτογραφική μηχανή, προκειμένου να διευκολυνθεί το σχέδιο απόδρασης που ετοίμαζαν με τον Μήνη... Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε αλλά έμειναν κάποιες αναμνηστικές φωτογραφίες / © Αρχείο οικογένειας Παντελάκη
Το ημερολόγιο της μεγάλης δοκιμασίας των ημερών στην ΕΣΑ, ο Τάσος Μήνης κατόρθωσε να το καταγράψει έχοντας για γραφίδα τη μύτη ενός μολυβιού, κρατώντας κρυπτογραφημένες σημειώσεις στις σελίδες του μοναδικού βιβλίου που του επέτρεψαν να έχει και το οποίο του είχε στείλει η σύζυγός του Σοφία. Με βάση αυτό το πρωτογενές υλικό, όταν επέστρεψε στον Κορυδαλλό έγραψε το βιβλιαράκι “111 Μέρες στην ΕΣΑ”.  
“Το έγραψε σε πάρα πολύ λεπτές σελίδες, τις οποίες δίπλωσε με αριστοτεχνικό τρόπο, πήρε ένα πακέτο τσιγάρα, το άδειασε, έβαλε όλο αυτό το ντοκουμέντο μέσα, και έκοψε δύο φίλτρα να φανεί ότι είναι γεμάτο πακέτο με τσιγάρα. Σε επισκεπτήριο στον Kορυδαλλό, κατάφερε να το περάσει στα παιδιά, διότι τα παιδιά μπορούσε να τα αγκαλιάσει. Συγκεκριμένα το έδωσε στον Θανάση. Μου είχε πει να του ράψω μια τσέπη εσωτερική στο μπουφάν του και όπως τον αγκάλιασε, έβαλε μέσα το πακέτο” αφηγείται η κυρία Μήνη.  
Κάπως έτσι, το ντοκουμέντο φυγαδεύτηκε εκτός φυλακής και κατόπιν εκτός Ελλάδος, στη Γερμανία, όπου μεταδόθηκε από την Deutsche Welle. “Επί δύο εβδομάδες το διάβαζαν σε συνέχειες” θυμάται ο Πάνος Μήνης. “Έγινε χαμός εκείνες τις ημέρες στην Αθήνα. Δεν είχε και πολλά πράγματα να ακούσεις τότε το ραδιόφωνο, όλη μέρα εμβατήρια, οπότε πολύς κόσμος έβαζε ξένους σταθμούς, κυρίως Εδώ Παρίσι, BBC και Deutsche Welle ”.
Η λέξη "αξιοπρέπεια" σε κάθε σημείωμα που έστειλε ο Τάσος Μήνης στη γυναίκα του υποδήλωνε ότι έχει κρατήσει το στόμα του κλειστό και δεν έχει προδώσει τους συντρόφους του
“Ήταν Ιούλιος του 1973 όταν εκφωνήθηκε το ημερολόγιο του πατέρα μου. Αν εξαιρέσεις το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε για τα βασανιστήρια, τους ‘Ανθρωποφύλακες’ του Περικλή Κοροβέση, το 1968, δεν νομίζω ότι είχε κυκλοφορήσει κάτι άλλο. Ήταν πολύ δύσκολο τότε να βγει προς τα έξω το θέμα των βασανιστηρίων. Η Διεθνής Αμνηστία έλεγε κατά καιρούς ότι μάθαινε για τρομερά πράγματα που συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ασφάλεια και στην ΕΣΑ, η Χούντα όμως διέψευδε τα πάντα. ‘Είναι όλα ψεύδη των εχθρών της Ελλάδας, εδώ υπάρχει δημοκρατία και ανθρωπισμός’. Οπότε αυτά ήταν μαχητικά ντοκουμέντα και ήταν ελάχιστα όσο ήταν η Χούντα στην εξουσία” συμπληρώνει ο γιος του Τάσου Μήνη.
“Κατόπιν, το βιβλιαράκι εκδόθηκε στα Γερμανικά μαζί με το σημείωμα του Στέφανου Παντελάκη και στη συνέχεια μεταφράστηκε σε πολλές ακόμα γλώσσες” καταλήγει η κυρία Μήνη. “Γι’ αυτό το έγραψε ο άνδρας μου, για να μάθουν στο εξωτερικό τι συνέβαινε σε αυτόν τον τόπο”.

Απέναντι στους Στρατοδίκες

Ο Τάσος Μήνης και ο Στέφανος Παντελάκης παραπέμφθηκαν τον Φεβρουάριο του 1973 στο έκτακτο στρατοδικείο. Στις φωτογραφίες από τη δίκη που κατέκλυσαν τις εφημερίδες της εποχής, αίσθηση προκαλεί το χαμόγελο στα πρόσωπά τους και η αγέρωχη στάση τους.
“Είχαν έρθει συγγενείς και φίλοι, ο πατέρας μου με τον Στέφανο ήταν χαλαροί, χαμογελαστοί” θυμάται ο Πάνος Μήνης. “Μάλιστα, μου λέει ο πατέρας μου, ‘αν με αθωώσουν θα χαρείς;’ Και του λέω ‘όχι πατέρα, προς Θεού’. Και ενθουσιάστηκε!”
“Μα θυμάμαι τον Μαγκάκη που τον είδε να έρχεται και λέει: ‘Βρε κοίταξέ τον, κατεβαίνει με τα χέρια δεμένα και είναι σαν λιοντάρι ο άνθρωπος και χαμογελάει κιόλας!’” προσθέτει η Σοφία Μήνη.
“Το θέμα τους ήταν να γίνει γνωστό το ζήτημα των βασανιστηρίων για αντιδράσει το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Διεθνής Αμνηστία κλπ. Με αυτή τη λογική αντιμετώπισαν τη δίκη”, επισημαίνει από πλευράς του ο γιος του Στέφανου Παντελάκη, Νίκος. “Δηλαδή, οι μάρτυρες υπεράσπισης και των δύο ήταν γνωστές προσωπικότητες της πολιτικής, ήρθαν και ξένοι, καθηγητές από Αγγλία και Αμερική ως μάρτυρες υπεράσπισης του μπαμπά, που τον γνωρίζανε ως άνθρωπο και επιστήμονα”.
Διαβάζουμε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “Απογευματινή” από την 20η Φεβρουαρίου 1973:
“Μάρτυρες υπερασπίσεως κατέθεσαν τέως Πρωθυπουργοί, υπουργοί, στρατηγοί, πτέραρχοι, και ειδικά κληθέντες ξένοι καθηγηταί Πανεπιστημίων, οι οποίοι υποστήριξαν:
- Η δίκη είναι καθαρά πολιτική. Οι δύο κατηγορούμενοι εξέχοντα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας
– δεν έκαναν τίποτε άλλο, παρά να εκφράσουν με αυτόν τον τρόπο την πικρία τους για τη συνεχιζόμενη παράτασι της εκτροπής.
Χαρακτήρισαν τον αντισμήναρχο κ. Μήνη σαν ήρωα πολέμου και τον κ. Παντελάκη σαν επιστήμονα με διεθνή προβολή και είπαν: - Δεν είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να έγιναν ξαφνικά εγκληματίες του Κοινού Ποινικού Δικαίου.
Ο Αμερικανός καθηγητής κ. Μπλάτμαν Σαούλ, μάλιστα προέβη στην εξής δήλωσι στο δικαστήριο:
- Το Πανεπιστήμιο του Ντάρθρμουθ με εξουσιοδότησε να προσφέρω μια θέσι στον κατηγορούμενο Παντελάκη”.  

© Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
“Μας είχαν πει ότι πρέπει να καταγραφεί ότι ο Στέφανος καταγγέλλει βασανιστήρια” επισημαίνει η σύζυγος του κυρίου Παντελάκη, Ντόρα, ενώ η κόρη τους Αριέττα, η οποία ήταν επίσης παρούσα στη δίκη, περιγράφει πώς διεκπεραίωσε την ειδική αποστολή που της είχε ανατεθεί: “Για να δημοσιοποιηθεί το ζήτημα στο εξωτερικό, έπρεπε να υπάρχει η μαρτυρία του μπαμπά και του Μήνη. Δεν ξέραμε όμως αν θα τους αφήσουν να μιλήσουνε στο Στρατοδικείο για τα βασανιστήρια, προκειμένου να κινητοποιηθούν άμεσα οι έξω για να τα δημοσιοποιήσουν. Οπότε μπήκαμε μέσα με τη μαμά, κι εγώ σε αυτή την ηλικία που ήμουν, είχα το καθήκον μόλις ακούγαμε για τα βασανιστήρια να κάνω ότι λιποθυμάω και θέλω να πάρω αέρα, να βγω από την αίθουσα, να πάω να ειδοποιήσω τους έξω (κινητά δεν είχαμε τότε βλέπετε) και να ξαναμπω μέσα να παρακολουθήσω. Έτσι και έγινε”.
Στην σελίδα 7 της εφημερίδας “To Βήμα” διαβάζουμε στην απολογία του Στέφανου Παντελάκη: “Είναι ψευδές ότι με εμύησε ο κ. Μήνης και ότι δεν εγνώριζα πού έβρισκε τις κροτίδες. Καθ’ υπαγόρευση εγραφησαν αυτά στην απολογία μου. Εστράφην εναντίον ενός τυραννικού καθεστώτος που φιμώνει το λαό και εκπαιδεύει βασανιστές”.

“Δεν τα θέλω αυτά” τον διακόπτει ο Πρόεδρος. “Πώς δεν τα θέλετε;” συνεχίζει ο Παντελάκης. “Δεν θα προέβαινα πότε σε τέτοιες πράξεις κάτω από ένα ελεύθερο καθεστώς. Είπε ο Κ. Γιαννικόπουλος ότι είμαι αναρχικός. Είναι ψέμα. Ιδεώδη έχω. Πιστεύω στην ελεύθερη έκφραση σκέψεως και την εκλογή των ηγετών από το λαό”. Και προσθέτει:

“Ακούσατε ότι το 1967 μου εδόθη η δυνατότης να σταδιοδρομήσω στο εξωτερικό. Μετά από ώριμη σκέψη και ανάμεσα στους τρεις δρόμους, της φυγής από τον τόπο αυτό, της παραμονής στον τόπο αυτό με το κεφάλι σκυφτό και της παραμονής στον τόπο αυτό με το κεφάλι ψηλά, προτίμησα την τελευταία λύση”.

“Αισθάνθηκα φοβερή λύπη όταν νέοι άνθρωποι μου κατέβασαν τα παντελόνια, εκεί όπου εκρατούμην, και θέλησαν να με εξευτελίσουν. Δεν τα κατάφεραν όμως να με εξευτελίσουν”.
© Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Συγκλονιστική ήταν και η απολογία του Τάσου Μήνη, παρά τις προσπάθειες του προεδρείου να μην τον αφήσει να μιλήσει:
“Ως αξιωματικός ορκίστηκα να τηρώ το Σύνταγμα. Και το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος λέει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Θεώρησα σωστό να τηρήσω τον όρκο μου”.  
“Ευτυχώς για τους κρατούντας, ήμουν σε πολεμική διαθεσιμότητα στις 21 Απριλίου 1967. Αν ήμουν διοικητής βάσεως, θα χτυπούσα. Θα σήκωνα όσα αεροπλάνα είχα. Και να είσθε βέβαιοι ότι αυτή η δίκη δεν θα είχε γίνει”
“Ή θα είχα σκοτωθεί ή θα τους είχα σκοτώσει”.  
Σε άλλο σημείο ο Μήνης ξεκαθαρίζει ότι δεν επιθυμεί μειωμένη ποινή ή επιείκεια ούτε επικαλείται τον πρότερο έντιμο βίο του: “Θεωρώ το διάστημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο το καλύτερο της ζωής μου”.
Όταν ο Μήνης αρχίζει να μιλά για τα βασανιστήρια, διακόπτεται επανειλημμένα από το προεδρείο. 
“Ύψωσες το κορμί αγέρωχα στους στρατοδίκες και έγινες η φωνή ενός λαού που δεν τόλμούσε να φωνάξει”, γράφει η Δάφνη Μαχαίρα, στο ποίημα Η Δίκη.

Μετά την απολογία του στο Στρατοδικείο, ο Τάσος Μήνης έλαβε δεκάδες ποιήματα και γράμματα θαυμασμού και υποστήριξης. 

“Δεν τα θέλωμε αυτά” φωνάζει ο πρόεδρος. “Διαπίστωσα ότι ο Ελληνικός Στρατός βασανίζει” επιμένει ο Μήνης.
“ΠΡ.: Δεν τα θέλωμε σας είπα.

ΜΗΝΗΣ: Να βασανίζομαι από αξιωματικούς και...
ΠΡ.: Σταματήστε. Δεν τα θέλουμε.
ΜΗΝΗΣ: Έμεινα 111 μέρες στην ΕΣΑ. Με είχαν 11 ημέρες όρθιο. Με κτυπούσαν από τα πόδια έως το κεφάλι...
ΠΡ.: Κύριε Μήνη, δεν τα θέλουμε. Σταματήστε. [...] Δεν επέτρεψα ποτέ εις καμμίαν περίπτωσιν να μιλήσουν δια βασανιστήρια. Δεν θα κάνω διάκρισιν τώρα. Κάνατε μίαν δημοσίευσιν...
ΜΗΝΗΣ: Επολέμησα κ. πρόεδρε, τραυματίσθηκα, αλλά αυτά που πέρασα στην ΕΣΑ θα τα θυμάμαι εγώ και τα παιδιά μου για όλη μας τη ζωή. Συνήθισα όρθιος...
ΠΡ.: Σταματήστε.
ΜΗΝΗΣ: Σχεδόν φύτρωσα. Με κτυπούσαν παιδιά 20 χρονών. Για όνομα του Θεού. Πού θα τα πω αυτά;”

Την επόμενη ημέρα, στις 21 Φεβρουαρίου 1973, το Έκτακτο Στρατοδικείο επέβαλε ποινές κάθειρξης, 9 χρόνια και 10 μήνες στον Τάσο Μήνη, 7 χρόνια και 8 μήνες στον Στέφανο Παντελάκη. Οι δυο τους θα αφεθούν τελικά ελεύθεροι με την αμνηστία και θα περάσουν στην παρανομία από τη στιγμή που έκαναν την εμφάνισή τους τα τανξ του Ιωαννίδη και μέχρι την Μεταπολίτευση. 

Σπύρος Μουστακλής

Ο ταγματάρχης - σύμβολο της αγριότητας της Χούντας

Η οικογένεια Μήνη, δεν θα ξεχάσει ποτέ το πώς ο συνοδοιπόρος και αγαπημένος φίλος, Σπύρος Μουστακλής, στάθηκε στο πλευρό τους όσο ο Τάσος Μήνης υπέμεινε τα πάνδεινα προκειμένου να μην αποκαλύψει το όνομά του και τα ονόματα των άλλων συντρόφων τους στην ΑΑΑ.
“Ο Μουστακλής ήταν ο πρώτος στενός συνεργάτης του άνδρα μου, μαζί έβαζαν αρχικά τις βόμβες” μας λέει ο Σοφία Μήνη. “Tου τον γνώρισε ο Αλευράς, με τον οποίο επίσης συνεργαζόταν. Ο Αλευράς δεν έβαλε ποτέ βόμβες, αλλά είπε στον Τάσο, ‘κοίταξε, ο Μουστακλής είναι ένας άνθρωπος αποφασισμένος και διατεθειμένος να κάνει πράγματα, πάρα πολύ ζωντανός και ζωηρός’ “
“Ο Σπύρος ήταν σαν δεύτερος πατέρας μας” προσθέτει ο Πάνος Μήνης. “Πολύ ωραίος άνθρωπος, νεανικός, νευρώδης, ένας δυναμίτης, ένας άνθρωπος που όλο του το σώμα επάλετο. Ο Σπύρος ήταν μια παλλόμενη ηλεκτρική μηχανή”. Και συνεχίζει η κυρία Μήνη:
“Θυμάμαι, όταν βγήκε το ημερολόγιο του Τάσου για τα βασανιστήρια στην ΕΣΑ, ήρθε ο Σπύρος στο Χαλάνδρι και κλείστηκε μόνος του στο σαλόνι για να το διαβάσει. Το διάβαζε κι έκλαιγε”.

Ο Σπύρος Μουστακλής προσέρχεται υποβασταζόμενος από τον Τάσο Μήνη στη Δίκη των βασανιστών της Χούντας / © Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων 

Ο Πάνος Μήνης, μικρό παιδί τότε, έχει χαραγμένη στη μνήμη του αυτήν την σκηνή: “Ανοίγω λίγο την πόρτα και βλέπω τον Σπύρο καθισμένο στον καναπέ, να κρατά κάτι σελίδες, και όπως ήταν λεπτός και νευρώδης, να βγάζει τρομερούς αναστεναγμούς και να βρίζει, ‘γαμώ την παναγία τους’Αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που διαβάζει, γιατί δεν ήξερα τότε ούτε για βασανιστήρια ούτε για τίποτα”.

“Θυμάμαι κάποια άλλη φορά, ο πατέρας ακόμα στον Κορυδαλλό, καθόμασταν μαζί με τον Σπύρο στο χολ, και μου λέει ‘Πάνο να αντέχεις τον πόνο’, και όπως είχε τρίχες στο χέρι βγάζει μια ολόκληρη τούφα χωρίς να κάνει κιχ. ‘Δεν πονέσατε κύριε Σπύρο;’. ‘Πονάω, αλλά δεν το δείχνω καθόλου, κι εσύ αυτό πρέπει να κάνεις’ μου απάντησε“.
Ο Σπύρος Μουστακλής δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο φίλος του βασανίστηκε για να μην αποκαλύψει το όνομά του και αυτός κυκλοφορούσε ελεύθερος έξω. Γι’ αυτό κατά την εκτίμηση της κυρίας Μήνη ρίσκαρε επισκεπτόμενος το σπίτι τους, όπως ρίσκαρε ακόμα περισσότερο όταν την ακολούθησε στο ραντεβού με τον ΕΣΑτζή Βλάση στην Κάνιγγος ή όταν πήγε να παρακολουθήσει τη δίκη του Τάσου Μήνη και του Στέφανου Παντελάκη μέσα σε ένα ακροατήριο “γεμάτο χαφιέδες”. 
Μην μπορώντας να μένει άπραγος, μπήκε στο Κίνημα του Ναυτικού, για το οποίο συνελήφθη, βασανίστηκε άγρια και έμεινε ανάπηρος μέχρι το τέλος της ζωής του, ένα σύμβολο της αγριότητας του καθεστώτος, μια αδιάσειστη απόδειξη της φρίκης που εκτυλίχθηκε στα κολαστήρια της Χούντας.
“Κάποια στιγμή ξέρεις τι μου είπε ο Τάσος; ‘Αν είχα μιλήσει, θα είχε σωθεί ο Σπύρος’. Είναι συγκλονιστικό αυτό” ανακαλεί πάνω στη συζήτησή μας η Σοφία Μήνη.
Ο Σπύρος Μουστακλής γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1925. Σε ηλικία 17 ετών κατετάγη στην Εθνική Αντίσταση με την οργάνωση ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα, με την οποία και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1948-49 ως αξιωματικός πεζικού συμμετείχε σε μάχες εμφυλιου πολέμου, ενώ το 1952-53 πολέμησε στην Κορέα. Παρασημοφορήθηκε πολλές φορές για τη δράση του.  
Το 1965 μεταβαίνει εθελοντικά στην Κύπρο ως Διοικητής του 206 Τ.Π στην Αμμόχωστο και όταν επιστρέφει στην Ελλάδα καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης στην πολύκροτη υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Τον Νοέμβριο του 1967 αποτάσσεται του Στρατεύματος με το βαθμό του ταγματάρχη ως δημοκρατικός και αντίθετος με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου.
Αμέσως ξεκινά αντιδικτατορική δράση με συμμετοχή και οργάνωση αντιστασιακών ομάδων. Συλλαμβάνεται για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1969 ως μέλος της οργάνωσης “Ελεύθεροι Έλληνες” και στέλνεται εξόριστος αρχικά στη Σαμοθράκη και στη συνέχεια σε απομονωμένο χωριό της Πελοποννήσου. 
Με τη γυναίκα του Χριστίνα, ελάχιστο χρόνο πρόλαβαν να πέρασουν μαζί. “Έμεινα έγκυος στην κόρη μας όταν ήταν εξόριστος στην Πελοπόννησο. Με προβλημάτιζαν βεβαίως οι συνθήκες, αλλά δεν ήθελα να του στερήσω το δικαίωμα να γίνει πατέρας” μας είπε ή ίδια.
Αφέθηκε ελεύθερος δύο μήνες πριν γεννηθεί η κόρη του Ναταλί και αμέσως ξεκίνησε ξανά την αντιστασιακή δράση, συμμετέχοντας σύμφωνα με τη σύζυγό του σε διάφορες οργανώσεις εκτός από την ΑΑΑ.
Συνελήφθη για δεύτερη φορά στις 22 Μαΐου 1973 για συμμετοχή στην αντιστασιακή κίνηση ΕΑΝ του Ιπποκράτη Σαβούρα και στο Κίνημα του Ναυτικού. 
Ο Σπύρος Μουστακλής στην Κύπρο / © Αρχείο οικογένειας Μουστακλή
“Επί 47 ημέρες δεν ήξερα πού βρίσκεται” αφηγείται η Χριστίνα Μουστακαλή. “Όλοι οι σταθμοί τότε, το BBC, η Deutsche Welle, έλεγαν ‘πού είναι ο ταγματάρχης Μουστακλής, πού βρίσκεται;’ Κι ενώ όλοι ψάχναμε τον Μουστακή, καθώς φάνηκε αργότερα, ο Μουστακλής ήταν από το απόγευμα της 26ης Μαίου στην ΕΑΤ - ΕΣΑ. Και του άρχισαν αμέσως την ‘ανάκριση’, δηλαδή τα βασανιστήρια”.
“Του το είχαν παραγγείλει από πριν: ‘Ξέρουμε ότι όποια πέτρα κι αν σηκώσουμε είσαι από κάτω. Αλλοίμονό σου, όταν θα σε ξαναπιάσουμε. Από εδώ θα σε βγάλουνε τέσσερις’. Το είπανε και το κάνανε”.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός αξιωματικού του Ναυτικού, που τον φωνάξανε κατά τις 12 τη νύχτα να τον δει, ‘πήγαινε να δεις τον φίλο σου να δεις πώς θα σε κάνουμε κι εσένα’, ήταν χάλια, πληγωμένος, με αίματα παντού και ένα πατσαβούρι στο στόμα. Τον χτύπησαν κατευθείαν, τον χτυπούσαν πολλοί μαζί ΕΣΑτζήδες, ακόμα και ο ίδιος ο διοικητής του ΕΑΤ - ΕΣΑ ο Χατζηζήσης. Τον τελείωσαν αμέσως. Έπεσε κάτω, έμεινε παράλυτος, και δεν τον πήγαν στο νοσοκομείο. Τον άφησαν όλη τη νύχτα του Σαββάτου και τον πήγαν στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο στις 9 το βράδυ της Κυριακής. Μετά από 20 και πλέον ώρες. Όταν πίστευαν ότι έχει πεθάνει. Δηλώσαν μάλιστα άλλο όνομα, Μιχαηλίδης, και αιτία εισαγωγής: τροχαίο ατύχημα στον ιππόδρομο”.
Ο Σπύρος και η Χριστίνα Μουστακλή / © Αρχείο οικογένειας Μουστακλή
Η Χριστίνα Μουστακλή ενημερώθηκε ότι ο άνδρας την βρίσκεται στο νοσοκομείο μετά από 40 ημέρες. Τον επισκέφθηκε στις 11 Ιουλίου 1973 στη νευρολογική πτέρυγα συνοδευόμενη από τον επίατρο του ΕΑΤ-ΕΣΑ Δημήτρη Κόφα και τον διευθυντή της νευρολογικής κλινικής του 401 Ανδρέα Δαβαρούκα.
“Μου φάνηκε τόσο μακρύς ο διάδρομος” θυμάται η κυρία Μουστακλή. “Κάθε τόσο είχε πόρτες κλειδωμένες, σταματούσαμε, ξεκλειδώνανε, συνεχίζαμε και ξανά το ίδιο. Τελικά φτάσαμε στο δωμάτιο 23. Βλέπω τον άνδρα μου στο κρεβάτι και δίπλα του δυο ΕΣΑτζήδες. Φαινόταν ότι ήταν παράλυτος, τον είδα χάλια, να μην μπορεί να μιλήσει. Μου λένε μπορεί να μην σας γνωρίσει. Κι εγώ άρχισα να φωνάζω, τους λέω ‘και τι με φέρατε τώρα εδώ μέσα, να κάνω τι τώρα, τι να τον κάνω το άνθρωπο αυτόν;’ Μου λέγανε ‘ηρεμήστε, μάλλον δεν είναι σε θέση να σας γνωρίσει’. Εκείνος βέβαια με γνώρισε, το κατάλαβα από μια κίνηση που μου έκανε όταν άπλωσα το χέρι μου να τον χαιρετήσω και μου πήρε το δαχτυλίδι και έκανε να μου το βγάλει. Κατάλαβα ότι ήθελε να μου πει, ‘τώρα εγώ είμαι άχρηστος, εσύ αν θες να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου, να ξαναπαντρευτείς’ “. 
“Είχε ένα πελώριο τραύμα στον δεξιό ώμο κι ακόμα ένα στο δεξί πόδι, αυτά ήταν πολύ μεγάλα και εμφανή τραύματα. Βέβαια την άλλη μέρα που πήγα μόνη μου και μπόρεσα να τον ψάξω καλύτερα, οι μηροί του ήταν κατάμαυροι, ριγέ και κατάμαυροι, φαινόντουσαν οι γραμμές από τα γκλομπς”.  
“Κατάλαβα ότι τον κρύβανε γιατί αν πήγαιναν νωρίτερα δεν θα φαινόταν ότι ήταν άνθρωπος από τις πληγές. Έκτοτε τον επισκεπτόμουν κάθε μέρα. Κάποια στιγμή ήρθε να μου μιλήσει η προϊσταμένη, η κυρία Αλέκα, υπολοχαγός του Υγειονομικού. Αυτή δεν την είχαν δασκαλέψει καθώς φαίνεται και μου είπε”
“Σας ορκίζομαι στο παιδί μου. Όταν τον έφεραν και τον είδα για πρώτη φορά, ήταν έναν κομμάτι συκώτι. Έκανα τρεις μέρες να κοιμηθώ“.
Ο Σπύρος Μουστακλής με τον Αλέκο Παναγούλη στην Πολυκλινική Αθηνών / © Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης
Οι προσπάθειες της Χριστίνας Μουτακλή να συγκαλέσει ιατρικό συμβούλιο από εξωτερικούς γιατρούς για να μάθει τι πραγματικά συνέβη στον άνδρα της έπεσαν στο κενό.
“Στους γιατρούς του συμβουλίου είπαν όσο διατελούσε εις κατ’ οίκον περιορισμόν. Ότι τον πήραν από το σπίτι μας άρρωστο. Ό,τι θέλεις λέγανε! Εμένα δεν με άφησαν να το παρακολουθήσω, μου έκλεισαν την πόρτα στο πρόσωπο. Και μετά μου έλεγε ο Δαβαρούκας, ‘γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ τον διάλεξες και τον πήρες’. Λέω ‘του κάνατε βασανιστήρια’. ‘Μην διαμαρτύρεσαι’ απαντά, ‘και στην Αμερική και στη Ρωσία κάνουν τέτοια πράγματα. Για να πάθει αυτά φαίνεται πως δεν ήταν καλός άνθρωπος ο άνδρας σου, δεν αγάπαγε την οικογένειά του και το παιδί του. Τέτοιος που ήτανε καλά του κάνανε, καλά να πάθει”.
“Για μένα αυτοί ήταν πολύ χειρότεροι από τους βασανιστές. Στους βασανιστές είπανε χτυπάτε και χτυπάγανε, αυτή ήταν η δουλειά τους, πέτρες να χτυπούσαν ή ανθρώπους ήταν το ίδιο και το αυτό. Εγώ πιο πολύ ρίχνω το φταίξιμο στους γιατρούς που παραβήκανε το νόμο του Ιπποκράτη”.
Μετά από αρκετούς μήνες, όταν πλέον ο Σπύρος Μουστακλής είχε μεταφερθεί στην Πολυκλινική, τον εξέτασε με τη βοήθεια της Αμαλίας Φλέμινγκ ο νευροχειρουργός καθηγητής Peter Schurr, ο οποίος και διέγνωσε τα εξής: “Η απουσία οιασδήποτε ενδείξεως αρτηριοσκληρώσεως και η αιφνίδια προσβολή θρομβώσεως επί ανδρός ηλικίας 47 ετών, άνευ προηγουμένων συμπτωμάτων, υποδηλοί ότι ο τραυματισμός ήτο το πιθανότερον αίτιον. Ακόμη και έν μόνον κτύπημα επί του αυχένος δύναται ενίοτε να προκαλέσει πλήρη θρόμβωσιν της έσω καρωτίδος , και ατυχώς, όταν το αίτιον είναι οξύ...”
Σύμφωνα με όσους τον γνώρισαν, ο Σπύρος Μουστακλής ήταν ένας άνθρωπος αεικίνητος και ιδιαίτερα ομιλητικός. Οι βασανιστές και οι γιατροί της Χούντας, τον άφησαν ανάπηρο, να μην μπορεί να κινηθεί και να μιλήσει, μέχρι το τέλος της ζωής του. Σαν να είχαν σχεδιάσει να του στερήσουν τα δύο βασικά του χαρακτηριστικά...
Στη Δίκη των Βασανιστών που έγινε αργότερα στο Στρατοδικείο στο Ρουφ, ο Μουστακλής δεν μπόρεσε να περιγράψει όσα φρικτά υπέστη. Φωνή του ήταν η σύζυγός του: “Αφού δεν μπορούσε να μιλήσει ο άνδρας μου μίλησα εγώ. Μίλησα όπως μιλάω τώρα σε εσένα, χωρίς να έχω προετοιμάσει την κατάθεσή μου. Από δεξιά οι κατηγορούμενοι, από αριστερά εμείς. Κανένας τους δεν μου έκανε καμία ερώτηση, ούτε ο δικηγόρος τους. Καθόντουσαν με κατεβασμένο το κεφάλι. Μάλιστα ο Σπύρος είχε θυμώσει, σηκώθηκε, ήθελε να μιλήσει και δεν μπορούσε, προσπαθούσε να δείξει... Έγινε ένα επεισόδιο. Όταν δε τέλειωσα την κατάθεση, ρώτησε ο στρατοδίκης τον δικηγόρο τους, ‘θέλετε να ρωτήσετε κάτι την κυρία Μουστακλή’; Λέει, ‘όχι, τα σέβη μου στη κυρία Μουστακλή’. Δεν είχε να μου πει τίποτα. Ούτε εκείνοι είχαν να μου πουν τίποτα”
“Δεν διαμαρτυρηθήκαν, δεν διέψευσαν το παραμικρό”.
© Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
“Ο Σπύρος καταλάβαινε τα πάντα αλλά δεν ξαναμίλησε, μόνο καμιά λέξη έλεγε που και που”, συνεχίζει η κυρία Μουστακλή. “Μάλιστα δεν θα ξεχάσω ποτέ μια φράση που μου είπε όταν νοσηλευόταν στην Πολυκλινική. Ήταν οι μέρες του Πολυτεχνείου και φυσικά του μιλούσα για τα γεγονότα. Ακούγαμε άλλωστε τα μπαμ και τα μπουμ, η Ομόνοια ήταν γύρω γύρω με τανξ, το Πολυτεχνείο λίγο παραπέρα. Ένα βράδυ μου λέει, vivere pericolosamente, ζειν επικινδύνως δηλαδή. Και προσπάθησε να μου εξηγήσει τι εννοεί. Πήρε το χέρι μου και το άφησε να πέσει κάτω κι έκανε ένα μορφασμό. Και τι εννοούσε. Ότι εγώ τα έπαθα αυτά όλα γιατί έθεσα τον εαυτό μου σε κίνδυνο. Και τώρα θέλω να πάω να βοηθήσω στο Πολυτεχνείο αλλά δεν μπορώ”.
“Όταν έπεσε η Χούντα, πήγα το απόγευμα στο νοσοκομείο και του το είπα. Ευχαριστήθηκε πάρα πολύ, το περίμενε. Ο Σπύρος πίστευε πολύ στους νέους. Πάντα μου έλεγε όταν συζητούσαμε, ‘μην ανησυχείς, κάτι θα γίνει, και περίμενε από τους νέους. Ίσως να είχε και επαφές με οργανώσεις νέων αντιστασιακών, σίγουρα είχε πληροφορίες, εγώ ήδη γνώριζα δύο φοιτητές που ερχόντουσαν στο σπίτι. Περίμενε ότι θα έρθει αυτή η στιγμή και το ευχαριστήθηκε”.
 Παρά την βεβαρυμένη υγεία του, ο Σπύρος Μουστακλής συμμετείχε κάθε χρόνο στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό του Πολυτεχνείου / © Αρχείο οικογένειας Μουστακλή

Ο απόηχος ενός αγώνα

Δικαιώθηκε ο αγώνας του Σπύρου Μουστακλή, του Τάσου Μήνη, του Στέφανου Παντελάκη και πώς τέτοιοι αγώνες αντανακλούν στο σήμερα;
“Αν το πάρουμε από την πλευρά της κατάστασης όπως είναι σήμερα, θα έλεγε κανείς, τι κρίμα, πού πήγαν όλοι αυτοί οι αγώνες, όπως έχουμε καταλήξει” λέει η Χριστίνα Μουστακλή. “Όμως σαν πατριώτης, σαν αξιωματικός, σαν άνθρωπος, ο Σπύρος έκανε το καθήκον του και παραπάνω, διέθεσε τη ζωή του”.
“O Σπύρος έλεγε ‘συλλαμβάνομαι ως δεξιός, φυλακίζομαι ως κεντρώος και εξορίζομαι ως αριστερός’. Ο Σπύρος Μουστακλής ενώνει τους Έλληνες”.
Ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ του Σπύρου Μουστακλή
“Όταν έγινε η Χούντα, συνεργάστηκε με όλες τις αντιστασιακές ομάδες. Δεν κοίταξε αν είναι αριστεροί, αν είναι δεξιοί, δεν τον ενδιέφερε, διότι κατάλαβε ότι δεν γίνεται κάποια κίνηση αποτελεσματική αν δεν συνεργαστείς. Σε θέματα που αφορούν στην πατρίδα σου οφείλεις να συνεργαστείς, δεν μπορείς να μονοπωλείς. Πώς μονοπωλείς την πατρίδα σου και τα δικαιώματα του λαού σου; Τι σημαίνει αριστερός και δεξιός; Σημαίνει ότι αγαπάς περισσότερο ή λιγότερο την πατρίδα σου; Ενωθείτε όλοι μαζί εδώ που φτάσανε τα πράγματα για να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι εφόσον όλοι αγαπάμε την πατρίδα μας και τη δημοκρατία και τα δικαιώματα των ανθρώπων. Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, ένα κόμμα ή ένα πρόσωπο δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Πώς θα αντισταθούμε σε αυτά που συμβαίνουν όταν κάθε κόμμα λέει τα δικά του και κοιτάει τα συμφέροντά του. ‘Όταν ο καθένας βαφτίζεται εθνικός σωτήρας αλλά ενδιαφέρεται μόνο για την εξουσία; Φτάσαμε στον 21ο αιώνα κι αντί να πηγαίνουμε μπροστά, πηγαίνουμε πίσω”.
“Εγώ δεν έχω φρούδες ελπίδες ότι αυτά τα πράγματα σήμερα απασχολούν πλειοψηφίες” επισημαίνει από πλευράς του ο Πάνος Μήνης. “Το 1974 ναι, αυτά τα πράγματα ενέπνεαν τους νέους, όλη η νεολαία ήταν στους δρόμους. Σήμερα οι άνθρωποι εμπνέονται από τα είδωλα του lifestyle, στην Ελλάδα και στη Γαλλία και παντού, αυτός είναι ο μαζικός ευράνθρωπος. Δυστυχώς γίναμε Ευρώπη στο τέλος της Ευρώπης, στο κατάντημα της Ευρώπης”.

“Ωστόσο, άνθρωποι σαν τον πατέρα μου απευθύνονται πάντα σε ανθρώπους που έχουν ευαισθησίες, που ερευνούν, που είναι ανήσυχοι, μπορεί να μην είναι μεγάλη μειοψηφία αλλά πάντοτε υπάρχουν. Σε εποχές μεσαιωνικές πλέον, όσο η Ευρώπη οδεύει σε καταστάσεις τραγικές, όσο ακολουθούμε σε μορφή χιονοστιβάδας την τεράστια πολιτισμική κρίση της Δύση, ελπίζουμε οι μικρές αυτές ομάδες να γίνονται πιο πολλές και πιο δυναμικές”.
“Ποτέ δεν χρειάζεται να υπάρχει μεγάλη πλειοψηφία, τα σημαντικά πράγματα πάντα από μειοψηφίες ξεκινούν, σε όλο τον κόσμο”.
Από αριστερά, η Ντόρα και ο Στέφανος Παντελάκης μαζί με τα παιδιά τους Αλέξανδρο, Αριέττα και Νίκο
“Θα το ξανάκανες μπαμπά;” ρωτά η Αριέττα Παντελάκη τον 88χρονο σήμερα πατέρα της.
“Ε, ναι!” απαντά εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη.
“Δεν μετάνιωσα για τίποτα απολύτως”.
- Θέλετε να πείτε κάτι στη νέα γενιά;
“Να μην σκύψουν το κεφάλι”.

~~~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου